
Παράλληλος Κόσμος, 1995

Πέρα απ’ τον Ορίζοντα, 2001

Νέα Μικρή Σειρά, 2016
* Τα βιβλία διανέμονται στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Πατάκη. Διατίθενται στον Φωτογραφικό Κύκλο και από τον φωτογράφο κατόπιν παραγγελίας στη φόρμα επικοινωνίας.
Μία Φωτογραφία & Ένα Σχόλιο, 2023

Μικρές Ιστορίες, 2025
Φωτογραφίες
1990-2025
*Τα βιβλία διατίθενται σε κεντρικά βιβλιοπωλεία, στη γκαλερί iFocus και από τον φωτογράφο κατόπιν παραγγελίας στη φόρμα επικοινωνίας.
Πρόλογος Χρήστου Κοψαχείλη στο λεύκωμα «Μικρές Ιστορίες», 2025
Με τι κριτήρια επιλέγει κάποιος τις φωτογραφίες όταν θέλει να εκδώσει ένα αναδρομικό λεύκωμα της δουλειάς του; Ποιες θα είναι αυτές οι, αναγκαστικά, λίγες που θα ξεχωρίσουν και θα βγουν από το συρτάρι της λησμονιάς για να διεκδικήσουν μια θέση στις σελίδες του βιβλίου και κατ’ επέκταση στη διαρκή, σιωπηλή, καλλιτεχνική επικοινωνία με τον αναγνώστη;
Λογικά θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι καλύτερες, αλλά και πάλι θα υπάρξει ένας δισταγμός: θα είναι οι καλύτερες με τα σημερινά αισθητικά κριτήρια του φωτογράφου ή με τις γνώσεις και τις πεποιθήσεις που είχε τον καιρό που τραβούσε τις παλιότερες φωτογραφίες του; Τα κριτήρια θα είναι μόνο ποιοτικά ή θα συμπεριληφθούν και φωτογραφίες με τις οποίες ο φωτογράφος είναι συναισθηματικά δεμένος, ανεξάρτητα της αξίας τους; Θα υπάρξει αναλογική χρονική διασπορά ή θα επιβεβαιωθεί η άποψη που λέει ότι ο καλλιτέχνης αγαπά περισσότερο τη τελευταία του δουλειά; Ή μήπως η επιλογή θα εναρμονιστεί με τις τρέχουσες αντιλήψεις για το ποιες φωτογραφίες προβάλλονται περισσότερο, με σκοπό την εμπορική επιτυχία;
Οι «Μικρές Ιστορίες» απαντούν σε όλες αυτές τις θεωρητικές ερωτήσεις, σταχυολογώντας τις καλύτερες στιγμές μιας φωτογραφικής διαδρομής τριάντα πέντε ετών, στη διάρκεια της οποίας ο Βασίλης Βούκλιζας εικονογράφησε τις εμμονές του, στοχεύοντας στη δημιουργία ενός ενιαίου και εντελώς προσωπικού κόσμου. Η «αφηγηματική» χροιά του τίτλου μπορεί να παραπλανήσει τον θεατή, αλλά ο Βασίλης γνωρίζει πολύ καλά ότι η φωτογραφία περιγράφει μεν, αλλά δεν αφηγείται και έτσι ο τίτλος ουσιαστικά παραπέμπει στις επιμέρους ενότητες, στις οποίες είναι χωρισμένες το βιβλίο.
Στην «Άκρη της πόλης» (At the edge of town, 1990-2001), επιλέγονται φωτογραφίες από τη πρώιμη δουλειά του φωτογράφου, στις οποίες διαφαίνονται ορισμένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν συνολικά το έργο του, από την αρχή της ενασχόλησης του μέχρι και σήμερα: το ανεπαίσθητο χιούμορ, που πηγάζει από μια σειρά ανατροπών, όπως ένα αγοράκι να κρατά μια κούκλα, ενώ στην επόμενη φωτογραφία το ξυπόλητο κορίτσι ποζάρει αγέρωχα με ένα πιστόλι στο χέρι. Τον υπαινικτικό σουρεαλισμό, που εμφανίζεται όταν φωτογραφίζει ένα κλειστό περίπτερο στη μέση του πουθενά, τόσο επιβλητικό λες και είναι η βάση ενός κολοσσιαίου αγάλματος ιωνικού ρυθμού ή την ψευδαίσθηση της μεγαλοπρέπειας μιας μητρόπολης, μόλις αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται για τη φωτογραφία μιας αφίσας πρόχειρα κολλημένης στον τοίχο. Η πρώτη ενότητα κλείνει με μια σειρά φωτογραφιών που μοιάζουν με πανοραμικές, αν και προήλθαν από μια κανονική μηχανή με ευρυγώνιο φακό, η οποία απλώς περιόριζε το κανονικό φορμά των 35χιλ, στενεύοντάς το.
Στην επόμενη ενότητα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Όνειρα και Αναμνήσεις» (Dreams and memories, 2002-2007), ο Βασίλης άφησε τη μέχρι τότε συμβατική χρήση του φωτογραφικού μέσου, δοκίμασε πράγματα που υπερβαίνουν κατά πολύ την καταγραφή και οδηγήθηκε σε φωτογραφίες που αντλήθηκαν από τη δεξαμενή των εμπειριών και των συναισθημάτων του. Φωτογράφισε την εικόνα της μητέρας του, την οποία είχε προβάλει πάνω στην αναπαραγωγή του «La danse à Bougival», του διάσημου πίνακα του Renoir ή δημιούργησε φωτογραφικές συνθέσεις ανακατεύοντας παλιές φωτογραφίες από το οικογενειακό άλμπουμ των γονιών του με κιτρινισμένες σελίδες χειρόγραφης αλληλογραφίας και εξώφυλλα δίσκων μουσικής. Επέδειξε όμως ακόμα μεγαλύτερη τόλμη, όταν φωτογραφίζοντας οθόνες τηλεόρασης δημιούργησε μια σειρά από ιδιόμορφα πορτραίτα και εξωτερικές σκηνές, φτιάχνοντας από ένα ετερόκλητο υλικό βίντεο κλιπ και διαφημιστικών σποτ έναν ενιαίο φωτογραφικό κόσμο, βγαλμένο λες μέσα από όνειρα.
Η ψηφιακή εποχή έδωσε στον Βασίλη Βούκλιζα την ευκολία, αλλά και την ευκαιρία να προσθέσει το χρώμα στις συνθέσεις του. Το χρησιμοποίησε με πειστικό τρόπο, κάνοντας το δομικό στοιχείο της φωτογραφίας του – είτε δεσπόζει, είτε υπεισέρχεται διακριτικά. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν λειτουργεί σαν διακοσμητική υπογράμμιση. Η έγχρωμη δουλειά, που είναι συγκεντρωμένη κυρίως στη τρίτη ενότητα του βιβλίου με τίτλο «Εικόνες από τον πραγματικό κόσμο» (Images from the real world, 2014-2018), είναι αυτή που ακροβατεί περισσότερο στο όριο του πραγματικού. Ένας κόσμος τόσο πραγματικός που μπορεί να μην υπήρξε ποτέ ή που υπάρχει έτσι χάρις τον φωτογράφο. Ο θεατής απολαμβάνει την ταυτόχρονη και ανάμεικτη αίσθηση του οικείου και του πρωτόγνωρα παράξενου. Τα διαφημιστικά πάνελ ανεξαρτητοποιούνται και συχνά πρωταγωνιστούν. Το κορίτσι της ρεκλάμας είναι αυτό που κρατά τη φωτογραφική μηχανή και φωτογραφίζει τους περαστικούς, η κυρία με τη βαριά τσάντα στο χέρι και τις γόβες συναγωνίζεται τους αθλητές της γιγαντοαφίσας πίσω της και ο σκιέρ μοιάζει να προσγειώνεται στη ράμπα, πάνω στην οποία στέκεται έκπληκτος ο πιτσιρίκος κοιτάζοντάς τον.
Στην πιο πρόσφατη δουλειά του «Στις επόμενες μέρες» (At the next days, 2023-2025), ο Βασίλης επανέρχεται αποκλειστικά στο ασπρόμαυρο και στο τετράγωνο φορμά – το κάθετο το έχει αφήσει πολλά χρόνια τώρα πίσω του. Οι τελευταίες φωτογραφίες του καταγράφουν έναν οριακά μινιμαλιστικό, αλλά πειστικό και προσωπικό φωτογραφικό κόσμο. Ο φωτογράφος καδράρει σφιχτά, τεμαχίζοντας αποφασιστικά τον κόσμο του, χωρίς όμως να καταφεύγει στην ευκολία του φορμαλισμού. Οι φωτογραφίες του έχουν δυναμισμό, ένταση, ρυθμό και νεύρο χωρίς όμως να τους λείπει η εσωτερική συνοχή, η τρυφερότητα και η γλυκύτητα. Οι άνθρωποι, όταν περιλαμβάνονται στη σύνθεση, διακρίνονται κυρίως σαν μικροσκοπικές φιγούρες, αλλά και όταν απουσιάζουν η παρουσία τους υποδηλώνεται από τα έργα τους.
Στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, «Η Νύχτα» (The night, 2019-2022), ο Βασίλης μάς υποδηλώνει, ξανά, την αγάπη του για τον κινηματογράφο. Οι φωτογραφίες του μοιάζουν να είναι τραβηγμένες από το παράθυρο του αυτοκινήτου της Jeanne Moreau, όταν εγκαταλείπει το ανιαρό πάρτυ, στην ομότιτλη ταινία «La Notte» του Antonioni ή φαίνεται ότι εμπνέονται από τα τελευταία δύο λεπτά της «Έκλειψης», του ίδιου μεγάλου δημιουργού. Αποπνέουν μία αίσθηση παράξενης δυναμικής ηρεμίας και σιγής. Άνθρωποι και πράγματα εμφανίζονται στιγμιαία να βγαίνουν από το σκοτάδι, για να χαθούν πάλι σύντομα μέσα σ’ αυτό, σαν να «γλιστρούν» αθόρυβα πάνω του.
Γενικότερα, στην όλη φωτογραφία του, ο Βασίλης επενδύει με θεατρικότητα ό,τι είναι πραγματικό, αλλά και ακριβώς το αντίθετο. Επενδύει με τα χαρακτηριστικά μιας έντονης πραγματικότητας ό,τι είναι ονειρικό. Ακροβατεί πάνω στη λεπτή γραμμή του συνόρου μεταξύ φανταστικού και πραγματικού, μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού κόσμου του, προσπαθώντας διαρκώς να συνδέσει την υλικότητα με το πνευματικό.
Παρά το γεγονός ότι το έργο του Βασίλη Βούκλιζα παρουσιάζεται εδώ σε ενότητες, και μάλιστα με σαφή χρονικά όρια και διαφορετική φαινομενικά κάθε φορά προσέγγιση, εντούτοις υπάρχει μια συνέχεια και μια συνέπεια σε όλη αυτή τη διαδρομή, που εν τέλει καταφέρνει να διαμορφώσει μια ήρεμη, αλλά και στιβαρή φωτογραφική ταυτότητα. Οι φωτογραφίες του δεν εστιάζουν μόνο στην αποδοχή του αποτελέσματος, αλλά φανερώνουν και τη χαρά που αντλείται στη διαδικασία της φωτογράφισης. Είναι αληθινές και «ήσυχες» -όπως και ο ίδιος άλλωστε- δε βροντοφωνάζουν, δεν προσπαθούν να αποδείξουν κάτι. Παρακολουθούν διακριτικά την πορεία της ζωής του, λειτουργώντας σαν ένα ανοικτό ημερολόγιο που δίνει την ευκαιρία στον θεατή να το εξερευνήσει.
Foreword by Christos Kopsacheilis in the album «Little Stories», 2025.
What criteria does someone use when selecting photographs for a retrospective album of his work?Which are those necessarily few that will stand out and be taken out of the drawer of oblivion to claim a place in the pages of the book and, consequently, in the ongoing, silent, artistic dialogue with the viewer?
Logically, the best should be included—but again, hesitation arises: will they be the best by today’s aesthetic standards of the photographer, or by the knowledge and beliefs he had when he took those older photographs? Will the criteria be solely qualitative, or will photographs with which the photographer is emotionally attached be included, regardless of their artistic value? Will there be a proportional temporal distribution, or will the notion that the artist always loves his most recent work best be confirmed? Or perhaps the selection will align with current trends of which photographs are more prominently showcased, aiming for commercial success?
“Little Stories” answers all these theoretical questions by gathering the finest moments of a thirty-five-year photographic journey, during which Vassilis Vouklizas illustrated his obsessions, aiming to create a unified and entirely personal world. The “narrative” tone of the title may mislead the viewer, but Vassilis knows very well that photography describes but does not narrate. Thus, the title essentially refers to the individual sections into which the book is divided.
In “At the edge of town” (1990–2001), photographs are selected from the photographer’s early work, in which some of the elements that consistently characterize his oeuvre are already visible: subtle humor, arising from a series of inversions—like a little boy holding a doll, while in the next photo a barefoot girl proudly poses with a pistol. The suggestive surrealism appears when he photographs a closed kiosk in the middle of nowhere, imposing as if it were the base of a colossal Ionic column, or the illusion of metropolitan grandeur, only to realize that it’s a poster hastily pasted on a wall. This section concludes with a series of panoramic-looking photographs, though they were actually taken with a regular camera using a wide-angle lens that simply cropped the standard 35mm frame, narrowing it.
In the next section titled “Dreams and Memories” (2002–2007), Vassilis moved away from conventional photography. He explored beyond mere recording and created images drawn from the well of his experiences and emotions. He photographed the image of his mother, projected onto a reproduction of Renoir’s famous painting La danse à Bougival, or created photographic compositions mixing old family album photos of his parents with yellowed handwritten letters and vintage record covers. He demonstrated even greater boldness when photographing television screens, creating a series of peculiar portraits and outdoor scenes, composing a coherent photographic universe from a mishmash of music videos and commercial clips—like something emerging from dreams.
The digital era gave Vassilis Vouklizas not only ease but also the opportunity to incorporate color into his compositions. He used it convincingly, making it a structural element—either dominant or subtly integrated. In no case does it serve merely as decorative emphasis. His color work, mainly gathered in the third section titled “Images from the real world” (2014–2018), walks a fine line between reality and illusion. A world so real it may never have existed—or exists only thanks to the photographer. The viewer enjoys a mixed sense of the familiar and the strangely unfamiliar. Advertising billboards become independent and often take center stage. The girl in the ad is the one holding the camera and photographing passersby; the woman with the heavy bag and high heels competes with the athletes on the giant billboard behind her; and the skier seems to be landing on the ramp where a little boy stands, watching him in amazement.
In his most recent work, “At the next days” (2023–2025), Vassilis returns exclusively to black and white and the square format—the vertical format has long been abandoned. These latest photographs depict a minimally yet convincingly personal photographic world. He frames tightly, decisively cropping his world, but without resorting to the ease of formalism. His photos possess dynamism, tension, rhythm, and energy, yet also maintain internal cohesion, tenderness, and gentleness. People, when present, appear mainly as tiny figures, and when absent, their presence is implied through their creations.
In the final section of the book, “The night” (2019–2022), Vassilis once again reveals his love for cinema. His photographs seem to be taken from the window of Jeanne Moreau’s car as she leaves the dull party in Antonioni’s La Notte, or appear inspired by the final two minutes of L’Eclisse, by the same great director. They exude a sense of strange dynamic calmness and silence. People and objects momentarily emerge from the darkness, only to soon disappear back into it, as if silently gliding across it. More broadly, in all his photography, Vassilis overlays theatricality on the real—and vice versa. He lends the attributes of intense reality to the dreamlike. He walks the fine line between the imaginary and the real, between the external and his internal world, always striving to connect the material with the spiritual.
Despite the fact that Vassilis Vouklizas’s work is presented here in sections, with clear chronological limits and seemingly different approaches each time, there is a continuity and consistency throughout this journey that ultimately shapes a calm yet solid photographic identity. His photographs focus not only on the acceptance of the result but also reveal the joy derived from the photographic process itself. They are genuine and “quiet”—just like the artist himself—they don’t shout, they don’t try to prove anything. They discreetly follow the course of his life, functioning as an open diary for the viewer to explore.
